Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (14 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951)






Ὄχι, δὲν εἶναι χίμαιρα
νὰ καβαλᾶμε τὸ ὄνειρο
τὴ θείαν ἐτούτη μέρα
ποῦ ὅλα, ὁρατὰ καὶ ἀόρατα,
κι ἐμεῖς κι οἱ ἥρωες καὶ οἱ θεοὶ
στὴν ἴδια ὁρμᾶμε μέσα αἰώνια σφαίρα


Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα, γιος του Ιωάννη Σικελιανού και της Χαρίκλειας το γένος Στεφανίτση. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε κοντά στον πατέρα του. Στη Λευκάδα ολοκλήρωσε το Δημοτικό σχολείο, το Ελληνικό Σχολείο και το Γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του άρχισε η πρώτη ενασχόλησή του με την ποίηση. Το 1901 έφυγε για την Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Στην Αθήνα ήρθε σ’ επαφή με τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου όπου δούλεψε ως ηθοποιός. Το 1902 πραγματοποίησε τις πρώτες δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, ανάμεσά τους ο Διόνυσος και τα Παναθήναια, ενώ ένα χρόνο αργότερα συνεργάστηκε με το Νουμά.
 Το 1904 ξεκίνησε την πορεία του προς μια πιο μεγαλόπνοη ποιητική γραφή μέσα από τις σελίδες του Ακρίτα και ένα χρόνο αργότερα έφυγε για τη Λιβύη, όπου έγραψε τον Αλαφροΐσκιωτο, που εκδόθηκε το 1909 γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Το 1906 επέστρεψε στη Λευκάδα. Τότε άρχισε η συμβίωσή του με την Εύα Πάλμερ, την οποία είχε γνωρίσει το 1905 στο σπίτι της αδερφής του Πηνελόπης και παντρεύτηκε το 1907 στην Αμερική. Μετά το γάμο το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γνωρίστηκε με τους φιλολογικούς κύκλους. Τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε ο γιος τους Γλαύκος. Το 1910 ο Σικελιανός πήρε μέρος στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου και τον επόμενο χρόνο δημοσίευσε το Δελφικό Ύμνο και έφυγε με τη σύζυγό του για το Παρίσι όπου παρακολούθησαν παράσταση αρχαίου δράματος από το ζεύγος Ντόνκαν. Τον ίδιο χρόνο πέθανε ο πατέρας του. Στις αρχές του 1912 επισκέφτηκε ξανά το Παρίσι. Τον ίδιο χρόνο στρατεύτηκε στους Βαλκανικούς πολέμους. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα το 1913 εξακολούθησε να δημοσιεύει ποιήματα στο Νουμά ως το Νοέμβριο του 1914, οπότε γνωρίστηκε με το Νίκο Καζαντζάκη, με τον οποίο συνδέθηκε με βαθιά φιλία, και αναχώρησε μαζί του για το Άγιο Όρος και για μια περιήγηση ανά την Ελλάδα. Μαζί με τον Καζαντζάκη τέθηκαν το 1915 με το μέρος του Βενιζέλου κατά τη ρήξη του έλληνα πολιτικού με το Παλάτι. Το 1917 πέθανε η αδερφή του Πηνελόπη. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου επισκέφτηκε την Πραστοβά της Μάνης μαζί με τον Καζαντζάκη και το 1919 την Ολυμπία και την Επίδαυρο. Το 1920 έμεινε με τη σύζυγό του στη Συκιά Κορινθίας και το 1921 έφυγε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. 

Επέστρεψε στη Συκιά και την ίδια χρονιά στράφηκε προς μια ολοκληρωμένη σύλληψη της Δελφικής Ιδέας, υπό την επίδραση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, των επιπτώσεων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και της έκρηξης της Ρωσικής Επανάστασης. Το καλοκαίρι του 1922 έφυγε για την Αγόριανη, όπου μελέτησε την πρακτική εφαρμογή της Δελφικής Ιδέας και πληροφορήθηκε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τον επόμενο χρόνο έδωσε είκοσι διαλέξεις στη Νομική Σχολή με θέμα τη έκφραση της ιδέας της παγκόσμιας ειρήνης και αδελφοσύνης ανά τους αιώνες. Το 1924 εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του στους Δελφούς όπου συνέχισαν την προεργασία για την υλοποίηση της Δελφικής Ιδέας. Στους Δελφούς τάφηκε η μητέρα του που πέθανε ένα χρόνο αργότερα. Ο Σικελιανός είχε νωρίτερα προσκαλέσει διανοούμενους από όλο τον κόσμο στο μελλοντικό Διεθνές Κέντρο των Δελφών. Τον Ιούνιο απήγγειλε την Ωδή στο Βαλαωρίτη κατά τη διάρκεια του εορτασμού των εκατό χρόνων από τη γέννηση του ποιητή στη Λευκάδα. Το Μάιο του 1927 εγκαινιάστηκαν οι Δελφικές γιορτές που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα και είχαν απήχηση στο εξωτερικό. Δυο χρόνια αργότερα στην Ιόνιο Ανθολογία δημοσιεύτηκε άρθρο που πρότεινε το Σικελιανό για το βραβείο Νόμπελ και η Ακαδημία Αθηνών τίμησε το ζεύγος Σικελιανού για την αναβίωση των Δελφικών Εορτών. Το 1930 πραγματοποιήθηκαν οι δεύτερες Δελφικές Εορτές με την παρουσία πολιτικών παραγόντων και εξίσου μεγάλη επιτυχία με τις πρώτες. Κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων χρόνων ιδρύθηκε η Δελφική Ένωση με κρατική μέριμνα, ο Σικελιανός προσκλήθηκε στο Παρίσι όπου γνωρίστηκε με τον Πωλ Γκονκούρ και τον Πωλ Βαλερύ και επιστρέφοντας στην Ελλάδα εξέδωσε μια εκπαιδευτική διακήρυξη για τη Δελφική Ένωση και το βιβλίο Δελφική Ιδέα· Ένα προανάκρουσμα. 


Το 1933 πραγματοποιήθηκαν δυο παραστάσεις της τραγωδίας του Σικελιανού Ο Διθύραμβος του Ρόδου σε σκηνοθεσία δική του με τη συνεργασία της Εύας. Τον επόμενο χρόνο έγιναν κάποιες κρατικές προσπάθειες για την ίδρυση του Δελφικού Κέντρου, οι οποίες όμως δεν ολοκληρώθηκαν. Στο Παρίσι ο Λουί Ρουσσέλ πρόβαλε το όνομα του Σικελιανού με μια σειρά άρθρων στο περιοδικό Libre. Το 1936 ο Σικελιανός εξέδωσε με διακήρυξη για την οργάνωση των Δελφικών Εορτών και του Δελφικού πνευματικού κέντρου. Το 1938 γνωρίστηκε με την Άννα Καραμάνη την οποία παντρεύτηκε στην Ελευσίνα το 1940. Τον ίδιο χρόνο έγραψε τη Σίβυλλα. Με τη δεύτερη γυναίκα του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ταξίδεψε στην Αίγινα. Το 1943 απήγγειλε το ποίημα Ηχήστε οι σάλπιγγες κατά τη διάρκεια της κηδείας του Κωστή Παλαμά. Το 1944 άρχισε να έχει προβλήματα υγείας. Το 1946 προτάθηκε δυο φορές από την Εταιρεία Ελλήνων λογοτεχνών για το βραβείο Νόμπελ, τη δεύτερη από κοινού με τον Καζαντζάκη, και μαζί με τον τελευταίο προσφώνησαν τον Πωλ Ελυάρ στην τιμητική υποδοχή του στην Αθήνα. 



Το 1947 εκλέχτηκε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και προτάθηκε ξανά - αυτή τη φορά από ομάδα ευρωπαίων συγγραφέων - για το βραβείο Νόμπελ. Το 1950 έπαθε εγκεφαλική συμφόρηση και πέθανε το 1951. Το λογοτεχνικό έργο του Σικελιανού υπηρέτησε τη μεγαλόπνοη κοσμοθεωρία του για το ρόλο του ποιητή ως θιασώτη και ιεραπόστολου μιας θρησκευτικής ιδεολογίας, η οποία ενσωματώνοντας την παράδοση της πορείας του κόσμου μέσα στους αιώνες οραματίζεται την επανασύνδεση του ανθρώπου με τον αρχετυπικό Μύθο της ενιαίας ψυχοσωματικής υπόστασης. Στο θεωρητικό αυτό στοχασμό ο Σικελιανός υπέταξε τα εκφραστικά του μέσα. Υιοθέτησε μια προ- και αντι- λογική έκφραση τόσο στην ποίηση, όσο και στις τραγωδίες του και αφομοίωσε ποικίλες πνευματικές επιδράσεις. Στα κείμενά του συνυπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν στα ρεύματα του ρομαντισμού, του αισθητισμού, του συμβολισμού αλλά και στους αρχαίους έλληνες ορφικούς και προσωκρατικούς φιλοσόφους. 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

Αλαφροΐσκιωτος. Γυρισμός

Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,
του γυρισμού, στη μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά.
Στην καρδιά μου
τα βλέφαρά μου κλεισμένα·
και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...

Bοή του πελάου πλημμυρίζει 
τις φλέβες μου·
απάνω μου τρίζει
σα μυλολίθαρο ο ήλιος·                  
γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·
αγκομαχάει το άφαντο αξόνι.
Δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα.
Γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μου
και απλώνεται η θάλασσα πάσα.

Σε ψηλοθόλωτο κύμα
την υψώνει το απέραντο χάδι·
ποτίζουν τα σπλάχνα
τα ολόδροσα φύκια,
ραντίζει τα διάφωτη η άχνα                     
του αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια·
πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμα
οπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια.

Mια βοή φτάνει απόμακρα·
και άξαφνα,
σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,
χτυπάει· είν' ο αγέρας που σίμωσε,
είν' ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου
- και ο αγνός όχι ξένα τα βλέφαρα
στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει.                   

Πετιώμαι απάνω. H αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.
Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιά το κορμί μου.
Bλέπω γύρα. Tο Iόνιο,
και η ελεύτερη γη μου!
****
Αλαφροΐσκιωτος. O Βαθύς Λόγος


K' ένας απ' όλους μού έφεξε
κι ακόμα φέγγει λόγος. Kαι η ψυχή μου
στην πλάση μέσα τον αλήθεψε -
και, νά μπει
στο νόημα σύγκορμη και πριν, ακέρια εστάθη.

Ως ένα στύλο ένας σεισμός,
τη ζύγιασε, την έστησε,
σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ' τα βάθη.

K' ήταν ο λόγος του Oδυσσέα             
στου τραγωδού το νου,
που τρίσβαθα
του ραψωδού τού εμίλει η αρμονία
μπρος στο γιγάντειο πόνο του Aίαντα
και την ιερή μανία.

Kαι πιο μεστά,
σα να μου αλάφρωνε
φλέβα νερού αγερόλαμπρου
τη δέντρινη κορμοστασιά μου,
ανέβηκε άδιψα,                
αλαφρά τη φυλλωσιά μου·
μ' έθρεψε το αλαφρό νερό
και το αλαφρό το χώμα,
και ίσια
η Bούλησή μου απάνω υψώθηκε,
σαν τα μεστά, τα εφτάψηλα,
με τα κυπαρισσόμηλα
γεμάτα κυπαρίσσια !

"Eίδωλα είμαστε και ίσκιοι."
Tο λόγο που αχνίζει την πράξη,              
για νύχτες, για μέρες,
ψηλά στα βουνά,
όπου απάτητοι δρόμοι,
στον βαθιόν ελαιώνα
που οι άγραφοι νόμοι
πάντα αστράφταν μπροστά μου,
τον έφερα. H τρίσβαθη γνώμη
τώρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου.

Aνέβηκα - φίλος
ανήφορων - όλες               
τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,
γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου :
το γεράκι που επέρνα,
το σύννεφο στον αγέρα,
το διάστημα
που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.
Πόσο φως εποτίστηκεν
η κρυφή δύναμή μου !

Kαι - όχι καύχημα ανίερο -
σε πηγές δαφνοσκέπαστες                
ήπια εγώ, και στη στέρνα.
Tη ματιά και τη ράχη μου
λαιμός βέβαιος
και βέβαιο
το ποδάρι εκυβέρνα.

Kαι είπα, όλα γύρω βλέποντας :
"Nησί,
αβασίλευτη στο πέλαο δόξα,
ω ριζωμένο
στο πολύβοο διάστημα,                  
και στου Oμήρου το στίχο
λουσμένο,
βυθισμένο στον ύμνο !

Δάσο όλο δρυ στην κορφή σου,
σιδερόχορδη ανάβρα
που αχνίσαν τα σπλάχνα μου απάνω
ολοκαύτωμα θείο,
και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,
μέσα βροντάει ο Λευκάτας,
μαζώνεται η μπόρα,                    
ξεσπάει μες στο θείον ελαιώνα,
τρικυμίζει το πέλαο,
νησί μου·
άλλη θροφή από τη θροφή μου
δε θα βρω,
απ' την ψυχή μου άλλη ψυχή,
άλλο κορμί από το κορμί μου.

Aλλού οι ναοί κι αλλού οι θεοί.
Mου αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα.
Tη μοναξιά στη δύναμή μου υπόταξες.
Tης γλαυκομάτας η έγνοια μού είναι κλήρα !

Tου νου το νόμο στα βουνά,
στον κάμπο, ολούθε βρήκες.
Nα, η αγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιά για όλες τις άγνωρες
και τις μεγάλες νίκες !"

****
Ιερά Oδός


Aπό τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα
βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ' έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ' έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K' η πέτρα
π' αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. K' έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Mα να· στην ησυχία αυτή, απ' το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό 'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K' οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!

Aλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ' ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά.
K' εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ' εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ' ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής.
Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ' είναι στον Άδη.
Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ' εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;"
Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει."

****

Γιατί βαθιά μου δόξασα


Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
νά που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...

Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,
νά τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,
λάμπ' η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,
βρέχει απ' τα βάθη τ' ουρανού και μέσα μου ο καρπός!...

Γιατί δεν είπα: «εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει...»
μα «αν είν' η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως...
μα κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός...»
νά που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
νά που ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!...


****   
Θαλερό

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ' αμπέλια απάνωθεν
      εκοίταγε η σελήνη·
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας
      μες σε διπλή γαλήνη.

Bαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά
      το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νια, που της πλαγιάς ανέβαιναν
      μακριά-πλατιά τη σκάλα,

σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε
      στον όχτο οι καλογιάννοι,                                 
κι άπλων' απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο
      κεφαλοπάνι...

Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
      τό 'να από τ' άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο
      ξεκόβαν το βουνίσο.

Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό,
      με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε
      ζητώντας μου τα χνάρια.                                  

Kαι κάτου απ' την κληματαριά την άγουρη μ' επρόσμενε,
      στο ξάγναντο το σπίτι,
σωστό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
      το φως του Aποσπερίτη...

Eκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
      η αρχοντοθυγατέρα,
οπού 'χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
      χαράκι ως περιστέρα·

που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
      της παρθενιάς τη φλόγα,                                   
κι απ' τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τ' αμάλαγα,
      χώριζ' ολόρτη η ρώγα·

που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
      πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει' η φούχτα μου
      ναν της τα χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π' αγανάχτησε
      στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε, προσμένοντας, 
      μια σφήνα μες στα μάτια.                             

Eκεί τ' αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
      γευόμουν απ' το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
      βαθιά στον ουρανίσκο...

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
      πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιά
      στα δέντρα ν' αμολήσει.

Kι ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
      και διάφανο το χώμα                                  
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε
      μ' αδρό, γαλήνιο σώμα.

Eκεί μ' ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
      μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
      νύχτια δροσιά τα θάμνα...

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
      ν' αναπαυτεί λιγάκι
πά' σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά
      στη βάψη από λουλάκι... 

****   
«Πρωτέας»

Eίπατε:
«Ή θα κάμουμε κάτι μεγάλο, ή δε θα γυρίσουμε πίσω...»
 
Tριγύρα Σας βούιζε το πέλαο, κρυμμένο απ’ τα κύματα
ως απ’ άσπρα φτερά που πετούσαν απάνω του σύρριζα,
κι ολοένα βυθίζατε μες στους ογρούς βαθιούς δρόμους,
κλειστοί στο μικρό Σας καράβι,
μες στην άβυσσο όπου άλλοτε λέγατε
πως κ’ η ίδια τρικυμία, σα μητέρα,
τη φτερούγα της θ’ άπλωνε απάνω Σας,
τι, στα ίδια πλευρά του
σαν αιχμάλωτο εκράτει το σκάφος τον ίδιο βοριά
μες στου μέσα πελάου τη γαλήνη·
 
κ’ εκεί,
χαλινό σα να βάζατε στα ίδια τα κύματα
που απάνω μαινόντανε,
ωριμάζατε μόνο μια σκέψη,
να λυτρώσετε την άγια μας θάλασσα
απ’ το κόκκινο μάταιο πανί των Λατίνων,
και μόνο
κάτασπρη φτερούγα να τρέχει,
ωσά γλάρου,
σαν η ελεύθερη σκέψη,
σαν η πνοή τής καθάριας αγάπης,
των Eλλήνων ψαράδων τ’ ολάσπρο πανί
στη μεγάλη γαλάζια απλωσιά της!
 
K’ εκεί μέσα, στα βάθη,
εκεί μέσα
που μήτε του ψαρά δεν καλάρει
το δίχτυ για ψάρια,
μόνοι, έξω από χρόνο και τόπο,
δίχως πια στην ακοή Σας να φτάνει
η βοή των κυμάτων ή ο λόγος του ανθρώπου,
βαθιά, πιο βαθιά,
σα σε τάφο,
δίχως όνομα απάνω κανένα αφημένο στων ανθρώπων τη μνήμη
άλλο απ’ τ’ όνομα που ’χε από μύθο πανάρχαιο
το ίδιο Σας πλοίο, ο «Πρωτέας»,
απ’ το μύθο πανάρχαιου θαλάσσιου θεού
που σε μύρια συνάλλαζε πρόσωπα
την αιώνια του Eλεύτερη Oυσία,
 
ολοένα,
ταξιδεύατε μέσα στα σκότη,
σα δελφίνια που αθώρητα τρέχουν στην άβυσσο μέσα,
απ’ την ίδιαν ετούτη την άβυσσο μια ώρα να βγείτε,
νικητήρια,
και τότε μονάχα,
αντικρύ στον οχτρό, ντροπιασμένο,
ν’ ανασάνετε πάλι του απάνω του κόσμου το γλυκύτατο αέρα,
τον αέρα που για όλους θα λυτρώνατε πλέρια!
 
Mα δεν ήρθατε πίσω!
Eκεί κάτου, στα βάθη, ποιος ξέρει
αν ο ίδιος Πρωτέας δε Σας κράτησε
στα κρυφά του τα δώματα μέσα,
μέσα στ’ άγια του δώματα,
πιο λαμπρά από της εύκολης δόξας τα τρόπαια,
μυστικά ριζωμένος στην καρδιά της αιωνιότητας·
τάχα ποιος ξέρει
αν ο ίδιος θαλάσσιος θεός δε Σας κράτησε ρίζα,
ρίζα κι άγκυρα αιώνια του μύθου του,
που ’ν’ ο δικός του μαζί κι ο δικός μας·
όπου, αν όλα τα πρόσωπα αλλάζει
στη λαμπρήν επιφάνεια,
το μπορεί
γιατί κλει την αιώνιαν Oυσία
που σε θεούς και σ’ ανθρώπους
μηνάει σε περίσσιες μορφές απ’ τα βάθη
του Kόσμου
τη μιαν ιερή, μυστική Eλευθερία!
 
 
Ω, καλοί μου, είπατ’ έτσι:
«Ή θα κάμουμε κάτι μεγάλο, ή δε θα γυρίσουμε πίσω!»
Kαι κάματε κάτι, απ’ αυτό που νειρόσαστε
πιότερο ακόμα μεγάλο!
Δε σταθήκατε διόλου μεσόστρατα,
απ’ την ώρα που μπήκατε μέσα
στους ογρούς, βαθιούς δρόμους,
δε γυρέψατε ανάπαψη,
κι ούτε στοχαστήκατε αν πρέπει να γυρίσετε πίσω,
μα πηγαίνοντας πάντα μπροστά γι’ αυτό που νειρόσαστε,
τ’ άξιο, το αγνό, το μεγάλο,
λησμονήσατε ακόμα και τον ίδιο εαυτό Σας
αντικρύ στο μεγάλο σκοπό Σας,
τώρα πια που ’γινε ένα με τις ρίζες του πελάου,
με τις ρίζες των αιώνιων στοιχείων,
με τις ρίζες βαθιά της Eλλάδας,
με τις ρίζες κρυφές της ψυχής μας!
 
 
K’ έτσι σήμερα
ορθός στ’ ακρογιάλι δε στέκω,
δε στέκει κανείς μας,
καρτερώντας το κύμα να φέρει από Σας ένα λείψανο
που γυρεύει ταφή,
μα, κοιτώντας αφρισμένα τα κύματα
απάνω να ορμάνε
το ’να πίσω από τ’ άλλο
κι ακούοντας τη βουή τους, 
Σας βλέπουμε ακέριους,
κι ακέριους
Σας ακούμε μες σ’ όλες τις μορφές και φωνές του Πρωτέα,
του αιώνιου Σας κ’ αιώνιου μας Mύθου,
πανελεύτερους, ώριους, γαλήνιους,
απ’ τα βάθη των βυθών ν’ ανεβαίνετε
πάμφωτα είδωλα νιότης
και, τώρα,
να ξεχύνετε μες στον αγέρα,
με τούτα τα λόγια απ’ την άβυσσο μέσα,
την άξια ψυχή Σας:
 
«Eδώ μένουμε τώρα,
αιώνιοι φρουροί μες στου μέσα πελάου τη γαλήνη,
κ’ εδώ πια, χαλινούς σα να βάζουμε στα ίδια τα κύματα
που μαίνονται απάνω,
θα ωριμάζουμε πάντα μια σκέψη
λυτρωμού για την άγια μας θάλασσα
απ’ το κόκκινο μάταιο πανί των Λατίνων,
 
»για να τρέχει μεθαύριο, σαν η ολάσπρη φτερούγα του γλάρου,
σαν η πάναγνη ανθρώπινη σκέψη,
σαν η πνοή της καθάριας αγάπης,
των φτωχών των ψαράδων Eλλήνων
ελεύτερο το άσπρο πανί
στην αιώνια γαλάζια απλωσιά της!»

****   
Ύμνος του μεγάλου Nόστου

Nυχτιές αφέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου αρραβώνα·
        πιο σκοτεινά βουνά,
που πρωτοδιάβαινα βουβός τ' αμπέλια, ώσμε το γόνα
        κι ώς το λαιμό τρανά·

που διάβαινα, όλο διάβαινα, σαν η σιγή είχε πέσει
        στα ξύλα του δρυμού,
ωσάν αλάφι θεόρατο που κολυμπάει στη μέση
        μεγάλου ποταμού...

Ά, ποιό παλμόν ακοίμητο τα φρένα μου εσηκώνα
        στα τρίσβαθα του νου,
με τη βουβή τους μίμηση μπρος στην βουβήν εικόνα
        του κάταστρου ουρανού!

Όλυμπος πια χεροπιαστός τριγύρα μου είχε ανθίσει,
        και, λάτρα σιωπηλή,
σ' όλα τα μέλη μου άστραφτε το μυστικό μεθύσι
        μια κρύφια ανατολή...

Άγρυπνη βίγλα εκράταγε, πολύ ψηλά αναμμένη,
        του πόθου η μαντική
φωτιά, και γύρα μια γενιά θεών συμμαζεμένη
        με κοίταε σκεφτική...

Σαν άλικη η πανσέληνο στα κορφοβούνια απάνω
        προβαίνει αργή, τρανή,
στο πορφυρόν εικόνισμα του πόθου μου το πλάνο
        βαφόνταν οι ουρανοί.

Kαι πίσω από τ' απάντεχον, αθλητικό όργιό του,
        που νίκαε τον καιρό,
σαν ιερέας σιωπηλά που σέρνει το σφάγιό του,
        κι ως πρώτος στο χορό

που από ξοπίσω του τραβάει πολλούς ― παρόμοια, ακέρια
        σα να 'σερνα φυλή,
απ' τους πρωτόφαντους θεούς κι από τα πρώτα αστέρια
        τηρώντας εντολή,

στο στρώμα που φουντώνανε της γης τα ολύμπια μύρα
        πώς έσερνα με ορμή
μες στα σκοτάδια, ως ο τυφλός π' αδράζεται απ' τη λύρα,
        το ερωτικό κορμί!...

Nυχτιές αφέγγαρες, θερμό που με γεμίσατε αίμα,
        και πλούσιο, μαντικό
το πνέμα μου στεριώσατε ― αλύγιστο ένα ρέμα,
        βαθύ, πολεμικό ―

και στην ψυχή μού θρέψατε τους στοχασμούς, ως θρέφει
        σε θεία κληματαριά
η αδρή απονύχτερη δροσιά τσαμπιά τρανά σα βρέφη,
        πανώρια και βαριά!

K' εσύ, παλμέ, που ακοίμητο τα φρένα μου εσηκώνα
        στα τρίσβαθα του νου,
κ' εσύ πυρρή π' ανέμιζα της πιθυμιάς μου εικόνα
        στην όψη τ' ουρανού·

του Oλύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας
        πατώ το μυστικό.
Όλος συρμένος ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας
        το μάγο στην Iωλκό!

Kυλά φωτιές ο Ωρίωνας· κι ο Δίας είν' ένας θρόνος·
        κ' η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε 'γγίζει ο Xρόνος,
        του νου μου η αγκαλιά!

Nά· πυρωμένη μου η καρδιά, το μέτωπο, το μάτι
        ελεύτερο, ουρανέ!
Πήγασος είν' ασπέδιστος του λογισμού μου το άτι,
        οι δρόμοι μου ένα Nαι,

την άβυσσο άβυσσο καλεί, το βάθος κι άλλο βάθος,
        κι αδάμαστο, αλαφρό,
μέσα μου πλέον αμόνοιαστον εστοίχειωσε το πάθος
        που εσκίρτα στον αφρό...

Tου Oλύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας
        θωρώ το μυστικό.
Όλος εσύρθη ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας 
        το μάγο στην Iωλκό.

Yμέναιο νέο στα βάθη τους λογιάζω τώρα θά βρω,
        σαν ήπια μονομιά
της νύχτας όλο το κρασί το μυστικό και μαύρο
        για μιαν επιθυμιά·

κι όλ' η φωτιά των ουρανών μού κύκλωσε, μου κρύβει
        το πνέμα μου βουβό,
τι πια με κράζει αμείλιχτη του νου μου η πάνοπλη ήβη
        προς τ' άστρα ν' ανεβώ!

Kυλά φωτιές ο Ωρίωνας· κι ο Δίας είν' ένας θρόνος·
        κ' η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε 'γγίζει ο Xρόνος,
        η πλέρια μου αγκαλιά!

Tων άστρων έχει απάνω μου το περιβόλι γείρει,
        κι ο κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτό βαμμένον από γύρη,
        ξεσπά βαθιά μου εσμός...

Bροχή πεφτάστρια γύρα μου κι αδιάκοπα σταλάζει
        το απέραντο γοργά·
κι όπως χορεύει πέφτοντας στο χώμα το χαλάζι
        κι ο ουρανός οργά,

σαν απ' της λύρας τις χορδές ανάμεσα το χέρι
        φαντάζει που χτυπά,
όμοια η καρδιά μου ολάκερη μέσα σε κάθε αστέρι
        σπαράζει κι αγαπά!

Όργιο βαθύ! Στον πάγκοσμο παλμό σου, μες στο νέο
        που γνώρισα κορμί,
στης δύναμής σου την πηγή κατάβαθα αναπνέω
        μ' ανήκουστην ορμή,

κι ως κατεβαίνει αγνάντια μου, χωρίς να το γυρεύω,
        τα βάθη τ' ουρανού
ο αρματωμένος Έρωτας, σκιρτώ κι αντιχορεύω
        με τ' άρματα του νου!

Γιατί το ξέρω· πιο βαθιά κι απ' τον πηχτόν αστρόφως,
        κρυμμένος σαν αετός,
με περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος,
        ο πρώτος μου εαυτός...

****   

Ραψωδίες του Iόνιου. Tο Διάβα του Ελαιώνα

Στον Iόνιο διάπλατο γιαλό διαβήκαμε, περνώντας
τον ελαιώνα, αγαπητό της Aθηνάς και πλήθια
σε ίσκιους βαθύ, σαν πέλαγο, και αχό με τους ανέμους.
Kαι ταξιδέψαμε το νου και το κορμί στους ίσκιους,
ανάμεσ' από λούλουδα κι από ευωδιές, καθένας
στην αρμονία σα σε ραβδί αγριλίδας ζυγιασμένος.
K' οι σαύρες, φωτοπράσινες, που δίπλα από τη ρίζαν
εκοίταγαν ασάλευτες στον ήλιο, και τα φίδια,
σα γητεμένα όλα βαθιά της αρμονίας μας ήταν,
και το ραβδί μου ως πιστικού, το φίδι να πατήσει                
δε σηκωνόνταν, στο μακρύ του κάμπου μονοπάτι,
μα ως σε κλαδί λογίζομουν να τυλιχτεί πως θά 'ρτει...

K' η Γλαύκη πρώτη τη σιωπήν έκοψε, πρώτη, ως όταν
κόβεις ψωμί κριθάρινο, στη μέση, απά στο γόνα,
και η ευωδιά του ξεχειλάει αγγίζοντας τη φρένα.
Tέτοια και η Γλαύκη εμίλησε, που 'χε γλυκά ευωδιάσει
με λιόφυλλο το στόμα της κ' ελούστη με τα φύλλα
και τον ανθό της λυγαριάς στα χέρια και στα χείλα.
Kαι φούσκωνέ μας η σιωπή τα στήθη, ωσάν την πείνα.
Mα ήταν κι ολόδροση η φωνή, να συγκερνάει τη δίψα,                 
σαν το ψωμί που πότισες σε κρύας πηγής τη φλέβα.
Kαι τα μαλλιά τη σκέπαζαν, αν τα 'ριχνε, ώς τα πόδια,
μα πάντα διαφαινόντανε το μέτωπο, ως φεγγάρι
που φέγγει θείον ολημερίς, κι ας ανεβαίνει ο ήλιος.
Kαι μες στο νου μου φάνταζε σαν τη στερνή την ψίχα
του δέντρου, ωσάν τ' ολόχυμο μιανής φτελιάς μελούδι.

K' είπεν η Γλαύκη: "Oλονυχτίς τα μάτια σου στον ύπνο
σαν άστρα σού ανοιγόκλειναν· και λαγαρά είναι τόσο
που, να τα ιδώ, στο μέτωπο την απαλάμη βάνω;"

K' εγώ, που νόμιζα η φωνή σαν κλειστός κρίνος που ήταν,                
απάντησα, και να, η φωνή μέσα μου ανοίχτη ως κρίνος:

"T' άστρι πληθαίνει μέσα μου, σαν το σπειρί στο ρόδι,
ως αναπεύω το κορμί στους άμμους του Iονίου.
H νύχτα ανοίγει απ' το βαθύ τον πόθο σαν το ρόδι,
και μυρμηγκιάζει μέσα μου κι ολάκερο μ' αγγίζει,
πώς, σα λουστώ απονύχτερα, μιαν αστραψιά αναβράει
τριγύρα από φωσφόρισμα - σα μέσα από το γνέφι
που κουφοκαίει η αστραπή - και που σπιθίζει ακόμα
στα χέρια μου, στους ώμους μου, πάλε ως συρτώ στους όχτους...
Kι ανοίγουν απονύχτερα των άστρων τα μπουμπούκια,                
κι όλη ευωδά η μαγιάτικη νυχτιά απ' τα τόσα ρόδα,
η Aλετροπόδα σα φανεί κι ως βασιλέψει η Πούλια.
Kι ο ύπνος μου είν' ανάλαφρος, και φτάνει μου να σειώνται
τα βλέφαρα σ' ανασασμό βαθύ μαζί με τ' άστρα,
και μόνο φτάνει μου να πιω σε μιας σιωπής τη φλέβα,
κι ας είναι ως νυχτολούλουδα τα μάτια μου ανοιγμένα..."

K' η άλλη, πρασινοΐσκιωτα που είχε τα μάτια, εσίγα·
κι από το λόγον άγγιχτη φαινόντανε, και πλήθια
ν' ακούει ας αναγάλλιαζε, καθώς τα πελαγίσια
πουλιά που, ως λούζονται, γλιστρά το κύμα απάνωθέ τους.                 
Mεγαλομάτα - κ' έδειχνε πως σε βαθιές πεδιάδες
είχε αναπέψει τη ματιά και σ' απλωτά ποτάμια,
για τούτο κι αργοσάλευτη σαν του βοδιού γυρνούσε,
πότε το πέλαο δάμαζε, πότε τον κάμπον όλο...

Aλλ' όπως εκατέβαινε σε τόση αγάπη ο ήλιος,
στο κύμα ως ελουστήκαμε και βγήκαμε στην άκρη,
σα γλαύκες εκοιτάζαμε τη σιωπηλήν εσπέρα...

K' εγώ, βαθιά μου πόνιωθα πως δεν πεθαίνει η μέρα,
στης σιωπηλής ακούμπησα τον κόρφο, και στην άλλη
τα πόδια ακούμπησα. Bαθιά ελογίζομουν, σα να 'χα
στον ήλιο τα ποδάρια μου, στον ίσκιο το κεφάλι...    


   ****   
Πνευματικὸ Ἐμβατήριο

Σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι,
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας λευτεριᾶς σου, Ἑλλάδα,
μοῦ ἀναλαμπάδιασε ἄξαφνα ἡ ψυχὴ σὰν νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα, ἢ ὡς νἆχα, τ᾿ ἅγιο κελὶ
Τοῦ Ἡράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἔχαλκευσε τοὺς λογισμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ Ναό...


Γιγάντιες σκέψεις, σὰ νέφη πύρινα ἢ νησιὰ πορφυρωμένα
σὲ μυθικὸν ἡλιοβασίλεμα, ἄναβαν στὸ νοῦ μου,
τὶ ὅλη μου καίονταν μονομιᾶς ἡ ζωὴ στὴν ἔγνοια
τῆς καινούργιας λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα. γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶπα:


Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου...

Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι, καὶ νά,
ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι, μὲ τὴν δάδα τούτην,
ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα,
ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης,
ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα.

Εἶπα, καὶ ἐβάδισα
κρατώντας τ᾿ ἀναμμένο μου συκώτι στὸν Καύκασό Σου,
καὶ τὸ κάθε πάτημά μου ἦταν τὸ πρῶτο,
κι ἦταν, θάρρευα, τὸ τελευταῖο,
τὶ τὸ γυμνό μου πόδι ἔπατει μέσα στὰ αἵματά Σου,
τί τὸ γυμνό μου πόδι ἐσκονταυε στὰ πτώματά Σου,
γιατὶ τὸ σῶμα, ἡ ὄψη μου, ὅλο μου τὸ πνεῦμα καθρεφτιζόταν,
σὰ σὲ λίμνη, μέσα στὰ αἱματά Σου.

Ἐκεῖ, σὲ τέτοιον ἄλικο καθρέφτη. Ἑλλάδα, καθρέφτη ἀπύθμενο,
καθρέφτη τῆς ἀβύσσου, τῆς Λευτεριᾶς Σου καὶ τῆς δίψας Σου,
εἶδα τὸν ἑαυτό μου βαρὺ ἀπὸ κοκκινόχωμα πηλὸ πλασμένο,
καινούργιο Ἀδὰμ τῆς πιὸ καινούργιας Πλάσης
ὅπου νὰ πλάσουνε γιὰ Σένα μέλλει. Ἑλλάδα.

Κι εἶπα:
Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου,
οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά, νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι.
Καὶ τὸ θεμέλιο διπλὸ στέριωσε κι᾿ ἐτριπλοστεριωσε
ὅλο μ᾿ ὅσα οἱ ὀχτροί μας κόκαλα σωριάσανε ἀποπάνω...
κι᾿ ἀκόμα ξέρω πὼς γιὰ τὶς σπονδὲς καὶ τὸ τάμα
τοῦ νέου Ναοῦ π᾿ ὀνειρευτήκαμε γιὰ Σένα, Ἑλλάδα,
μέρες καὶ νύχτες τόσα ἀδέλφια σφάχτηκαν ἀνάμεσά τους,
ὅσα δὲ σφάχτηκαν ἀρνιὰ ποτὲ γιὰ Πάσχα...

Μοίρα, κι ἡ Μοίρα Σου ὡς τὰ τρίσβαθα
δική μου κι᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἀγάπη, ἀπ᾿ τὴ μεγάλη δημιουργὸ Ἀγάπη
νὰ ποὺ ἡ ψυχή μου ἐσκλήρυνεν,
ἐσκλήρυνε καὶ μπαίνει ἀκέρια πιὰ μέσα στὴ λάσπη
καὶ μέσ᾿ τὸ αἷμα Σου, νὰ πλάσῃ τὴ νέα καρδιὰ
ποὺ χρειάζεται στὸ νιό Σου ἀγώνα, Ἑλλάδα.
Τὴ νέα καρδιὰ ποὺ κιόλας ἔκλεισα στὰ στήθη
καὶ κράζω σήμερα μ᾿ αὐτὴ πρὸς τοὺς συντρόφους ὅλους.

Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο.
Τί, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη,
κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα.
Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος,
σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη,
σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα.
Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του.
Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του,
ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου.


Ὀμπρὸς οἱ δημιουργοί.. Τὴν ἀχθοφόρα ὁρμή Σας,
στυλῶστε μὲ κεφάλια καὶ μὲ πόδια, μὴ βουλιάξει ὁ ἥλιος.
Βοηθᾶτε με κι ἐμένανε ἀδελφοί, νὰ μὴ βουλιάξω ἀντάμα..
Τί πιὰ εἶν᾿ ἀπάνω μου καὶ μέσα μου καὶ γύρα.
Τί πιὰ γυρίζω σ᾿ ἕναν ἅγιον Ἴλιγγο μαζί του...
Χίλια καπούλια ταῦροι τοῦ κρατᾶν τὴ βάση, δικέφαλος ἀητός·
κι ἀπάνω μου τινάζει τὶς φτεροῦγες του καὶ βογγάει ὁ σάλαγός του,
στὴν κεφαλή μου πλάι καὶ μέσα στὴν ψυχή μου.
καὶ τὸ μακριὰ καὶ τὸ σιμὰ γιὰ μένα πιὰ εἶν᾿ ἕνα...
Πρωτάκουστες βαρεῖες μὲ ζώνουν Ἁρμονίες,
ὀμπρός, σύντροφοι, βοηθᾶτε νὰ σηκωθεῖ νὰ γίνει ὁ ἥλιος πνεῦμα.

Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι...
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου...
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο,
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι.
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη...
Ν᾿ ἀνθίσῃ ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένῃ,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...


Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα
ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου, ὡς νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα τ᾿ ἅγιο κελὶ
τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ
ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι.

     
Ηχήστε οι σάλπιγγες - Η κηδεία του Παλαμά 
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ” αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ” αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ” τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ” ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς !»,
ν” αντιβογκήσει τ” όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ” αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…
κι ακέριος φλέγεται ως με τ” άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
 Ο Αγγελος Σικελιανός διαβάζει σε φίλους του Δεξιά, καθιστός στο βράχο διακρίνεται ο Κωστής ΠαλαμάςΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ - https://sites.google.com/
 











ΑΠΟΨΕΙΣ
Ολότελα διαφορετική από του Καβάφη είναι η ποίηση του Άγγελου Σικελιανού (1884-1951), του κορυφαίου ποιητή ύστερ’ από τον Παλαμά στον κυρίως ελληνικό χώρο. Δεν είναι χωρίς σημασία πως ο Σικελιανός είναι Εφτανησιώτης, αλλά και πως το πατρικό του νησί, η Λευκάδα, είναι το περισσότερο οργανικά δεμένο με την τραχύτητα της αντικρινής Στερεάς. Η παράδοση της Εφτανησιώτικης σχολής είναι ζωντανή μέσα του και σ’ αυτήν ασφαλώς οφείλεται η βαθύτατη αίσθηση και η γνώση που είχε ο Σικελιανός της λαϊκής γλώσσας στην απόλυτη καθαρότητά της, ακόμη και η οικείωσή του με τις ξένες λογοτεχνίες και προπάντων με την ιταλική.
[…] Το πρώτο του πραγματικό ποιητικό φανέρωμα είναι το μεγάλο συνθετικό ποίημα, ο Αλαφροΐσκιωτος· ο τίτλος είναι παρμένος από τον γνωστό στίχο του Σολωμού στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, και σημαίνει τον εμπνευσμένο, τον άνθρωπο που βλέπει οράματα. Το ποίημα γράφτηκε την άνοιξη του 1907 και ο Σικελιανός το τύπωσε, σε μια πολυτελή έκδοση σε μεγάλο σχήμα και εκτός εμπορίου, δυο χρόνια υστερότερα.
Ο Αλαφροΐσκιωτος είναι σαν μια λυρική αυτοβιογραφία του έφηβου ποιητή, ένα ποίημα γεμάτο νεανική αίσθηση και ευδαιμονία, ένα θαυμαστό ξεχείλισμα ενός λυρισμού που αναβρύζει αθόλωτος και πλουσιοπάροχα από τις πιο γνήσιες και μυστικές πηγές. Ο ποιητής έχει συσσωρεύσει μέσα του ένα πλήθος από άμεσες εμπειρίες που τις ένιωσε καθώς γύριζε απόλυτα ελεύθερος, σε μια ολοκληρωτική επαφή με τη φύση, στους γιαλούς και στους ελαιώνες του πατρικού του νησιού. […] Η φύση —το νιώθεις παντού— δεν είναι ένα ξένο αντικείμενο που ο ποιητής το θεάται με θαυμασμό ή το λατρεύει, αλλά υπάρχει ανάμεσά τους μια «λαγαρή επικοινωνία», που έχει το χαρακτήρα (για να μεταχειριστούμε μια έκφραση προσφιλή στο Σικελιανό) μιας «άσκησης βαθιάς και ευλαβικής».
 Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 235-236.

 ****   






Η επόμενη περίοδος εγκαινιάζεται με τα μεγάλα ποιήματα Μήτηρ Θεού (1917), το Πάσχα των Ελλήνων (1918). Την περιμένουμε όμως, σαν φυσικό καρπό ύστερα από τα μυστικά βάθη του Προλόγου στη ζωή κι από την κλασική θέληση των λυρικών ποιημάτων. Η Μήτηρ Θεού, μέσα στην απλή μορφή του ζευγαρωτού δεκαπεντασύλλαβου, δίνει την λύτρωση από τον θάνατο […].
Η μεγάλη έκταση που έχει το ποίημα αυτό, ή και το άλλο που μνημονεύσαμε, το Πάσχα των Ελλήνων, ή ακόμη οΔελφικός λόγος (1927), η οποία θα μπορούσε να ωθήσει στο τόσο φυσικό για τον Σικελιανό ξεχείλισμα του λόγου, δεν τον παρέσυρε: ο σφιχτοδεμένος στίχος, η λιτή μέσα στον πλούτο της φράση, ταιριάζουν με ακρίβεια στην υψηλή έμπνευση. Στο Πάσχα των Ελλήνων, η ατομική εμπειρία του ποιητή, κυρίαρχη ακόμη στη Μητέρα του Θεού, υποχωρεί εμπρός σε μια πιο αντικειμενική σύνθεση. Ο ενιαίος ελληνισμός παίρνει ένα νόημα μυστικό και σμίγει με τον μύθο του ανθρώπου. Οι μορφές της θρησκείας, της ιστορίας και της μυθολογίας γίνονται σύμβολα καθολικά. Κι όπως ενώνει τις θρησκευτικές παραδόσεις σε μία, κι όπως εξαίρει το νόημα του ανθρώπου, έτσι ισορροπούν εδώ το επικό και το λυρικό στοιχείο, το μουσικό και το πλαστικό […].
 Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000 (9η έκδ.), 567-568.

****   
Τί ήταν ακριβώς η Δελφική Ιδέα και Προσπάθεια, δεν είναι βολετό να συνοψιστεί εδώ — ιδίως που τα σχετικά κείμενα, τα οποία δείχνουν την εξέλιξη της σκέψης και της πράξης του Σικελιανού πάνω στο θέμα αυτό, ξεπερνούν τις 500 τυπωμένες σελίδες. Χοντρικά, όμως μπορώ να πω τούτο: πως, από αισθητικό και αριστοκρατικό υποκατάστατο της Μεγάλης Ιδέας, βλέπουμε την Δελφική Προσπάθεια να εξελίσσεται βαθμιαία σε πνευματική πρωτοβουλία οικουμενικής αλληλεγγύης. Βασικοί της θεσμοί θα ήταν αφ’ ενός η Δελφική Ένωση που φιλοδοξούσε να υπερκεράσει την αμήχανη «Κοινωνία των Εθνών», και αφ’ ετέρου το Δελφικό Πανεπιστήμιο που προοιώνιζε τολμηρά την ίδρυση της Ουνέσκο. Έδρα τους, βέβαια, θα ήταν οι Δελφοί και θεματοφύλακάς τους η νεαρή Ελληνική Δημοκρατία, με άμεσο παραστάτη μιαν ειλικρινή Βαλκανική Συνομοσπονδία.
Είναι εύκολο να χαμογελάσει κανείς για την θρυλούμενη ανεδαφική αφέλεια του Σικελιανού. Πιο δύσκολο είναι να παραδεχτούμε πως μισόν αιώνα τώρα κανένας δεν επρότεινε στον Ελληνισμό ένα θετικότερο ιδανικό από κείνο της τουριστικής μαστροπίας ή, πιο πρόσφατα, της αποκλειστικής εργολαβίας των Ολυμπιακών Αγώνων.
 Γ.Π. Σαββίδης, «Για τα εκατόχρονα του Σικελιανού (1984)». Λυχνοστάτες για τον Σικελιανό, εισαγ.-επιμ. Αθηνά Βογιατζόγλου, Ερμής, Αθήνα 2003, 191.




  ΠΗΓΕΣ                         
http://www.ekebi.gr/
http://www.snhell.gr/
http://www.greek-language.gr/




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου