Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Το Μάτι σε σχέση με τη Γλώσσα



Μάτι: (το) ουσιαστικό [μεσαιωνικό μάτι(ν), το αρχαίο ομμάτιον, υποκοριστικό του    
         όμμα], το όργανο της οράσεως, οφθαλμός.

Η λέξη «μάτι» σε διάφορες γλώσσες:
  • Ελληνικά: μάτι
  • Αρχαία Ελληνικά: οφθαλμός
  • Λατινικά: oculus
  • Ιταλικά: occhio
  • Αγγλικά: eye
  • Γερμανικά: Auge

Με τη λέξη μάτι περιγράφουμε το όργανο της όρασης και τη συναντάμε σε πολλές εκφράσεις και ιδιωματισμούς, γνωμικά και αποφθέγματα, παροιμίες και μαντινάδες με κυριολεκτική και μεταφορική σημασία.

Από τις πιο γνωστές αρχαϊστικές φράσεις της νέας ελληνικής γλώσσας είναι οι εξής:

  1. εν ριπή οφθαλμού = σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, στη στιγμή
π.χ. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε αμέσως και εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού.
  1. ως κόρην οφθαλμού = σαν κάτι πολύτιμο, μοναδικό, σπουδαίο
π.χ. Εγώ θα σε προσέχω ως κόρην οφθαλμού.
  1. τυφλοίς όμμασι = με κλειστά τα μάτια, με τυφλή εμπιστοσύνη / ολοφάνερο, πασιφανές
π.χ. Υπέγραψε τυφλοίς όμμασι τη δήλωση.
  1. φως των ομματιών μου = φως των ματιών μου, πολύτιμος
π.χ. Είσαι το φως των ομματιών μου.
  1. πήρε των ομματιών του = έφυγε απελπισμένος, σε άγνωστη κατεύθυνση
π.χ. Όταν κατάλαβε ότι δεν είχε μέλλον στην επιχείρηση, πήρε των ομματιών του.
  1. τυφλός τά τ’ωτα, τόν τε νουν, τά τ’ όμματα = τυφλός και στα αυτιά, και στον νου και στα μάτια / στενόμυαλος, παράλογος
π.χ. Του το είπα χίλιες φορές αλλά αυτός είναι τυφλός τά τ’ωτα, τόν τε νουν, τά τ’ όμματα.
  1. υπό τα όμματα = μπροστά στα μάτια, ενώπιον
π.χ. Οι απεργοί έσπασαν το κιγκλίδωμα υπό τα όμματα της αστυνομίας.
  1. δια γυμνού οφθαλμού = με γυμνό μάτι, χωρίς βοηθητικό μέσο (π.χ. γυαλιά) / ολοφάνερο, πασιφανές
π.χ. Φαίνεται και δια γυμνού οφθαλμού ότι ο πίνακας αυτός δεν είναι γνήσιος.

Πολλές εκφράσεις και ιδιωματισμοί με τη λέξη «μάτι» υπάρχουν και στην αγγλική γλώσσα, όπως:

  • turn a blind eye = κάνω τα στραβά μάτια
π.χ. I usually turn a blind eye to my secretary arriving late because she takes 2 buses to come to work.
  • open your eyes = άνοιξε τα μάτια σου
π.χ. You live in a dream world. Please, open your eyes and face reality.

  • score a bull’s eye = πετυχαίνω «διάνα», πετυχαίνω το στόχο ακριβώς στο κέντρο
 He scored a bull’s eye on the window with a snowball; right in the middle.see eye to 

  • eye with someone = συμφωνώ με κάποιον
π.χ. It seems that he can’t see eye to eye with anyone. He is so stubborn.
  • Make eyes at somebody = κάνω τα γλυκά μάτια σε κάποιον-α
π.χ. Steven spent the whole evening making eyes at Sally.
  • Keep an eye on somebody = προσέχω κάποιον
π.χ. I’ll keep an eye on the kids if you want to pop out to the shops.

Τη λέξη «μάτι» τη συναντάμε και σε διάφορες παροιμίες:

1)  -- Γιατί όλοι λένε ότι είναι δύσκολος χαρακτήρας; Εγώ τώρα που δούλεψα μαζί του διαπίστωσα ότι είναι πολύ συνεργάσιμος.
    --Ε, δεν το ξέρεις; Του βγήκε το όνομα ότι είναι δύστροπος και κάλλιο να σου βγει το μάτι  παρά το όνομα.

2) --Δεν ξέχασε πόσο καλά του φέρθηκαν όταν ήρθε για πρώτη φορά στην πόλη τους. Τώρα που έχουν προβλήματα τους βοήθησε όσο μπορούσε.
   -- Έτσι είναι, κοίταξε με μ’ ένα μάτι, να σε δω με δύο.

3) -- Αν και ήταν σίγουρο ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για τη ζημιά στο εργοστάσιο, οι συνάδελφοι του τον κάλυψαν.
   -- Έτσι είναι. Κόρακας κοράκου, μάτι δεν βγάζει.

4) --Στους 6 μήνες που λείπει ο Γιώργος μου έστειλε μόνο δύο γράμματα.
     -- Εμ δεν το ξέρεις ότι μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται;

5) -- Πιστεύεις ότι πρέπει να ανταποδίδουμε το κακό που μας έκαναν οι άλλοι;
       -- Όχι δεν πιστεύω στο «οφθαλμόν αντί οφθαλμού (και οδόντα αντί οδόντος)» αλλά ούτε και σε μία παθητική συμπεριφορά.
                                                                   (στα αγγλικά: an eye for an eye and a tooth for a tooth)

Η σπουδαιότητα που δίνει ο άνθρωπος στο μάτι ως καθρέφτη της ψυχής και της καρδιάς, φαίνεται σε διάφορα αποφθέγματα:


«Η γλώσσα της καρδιάς δεν έχει ανάγκη από λέξεις για να εκφραστεί. Είναι γραμμένη στα μάτια.»

           Alphonse de Lamartine (1790-1869)
            γάλλος συγγραφέας και ποιητής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου